Υπάρχουν τραγούδια που γεννιούνται από μια έμπνευση και άλλα που ξεκινούν από μια οφειλή. «Του το χρωστάω», είπε ο Γιώργος Νταλάρας ζητώντας από τον Παντελή Κυραμαργιό ένα τραγούδι για τον Μανώλη Γλέζο. Αυτή η λιτή φράση δίνει το συναισθηματικό κλειδί του «Παρτιζάνου»: μια προσωπική ανάγκη τιμής που συναντά τη συλλογική μνήμη.
Η ουσιαστική αρετή της στιχουργικής προσέγγισης βρίσκεται στην επιλογή να αναζητήσει τον άνθρωπο μέσα στο ιστορικό πρόσωπο. Ο Γλέζος προβάλλει ως αγωνιστής, αλλά και ως γιος που θυμάται τη μητέρα του, ως κρατούμενος, ως επιζών που κουβαλά τους συντρόφους του. Η δημόσια ιστορία αποκτά έτσι εσωτερικότητα, πρόσωπο και συγκίνηση.
Ο Παντελής Κυραμαργιός συνδέει το μεγάλο γεγονός με τη μικρή, ανθρώπινη λεπτομέρεια. Από τη σημαία και τον βράχο της Ακρόπολης περνά στο κελί, στο μολύβι του Πικάσο, στο θρόισμα του ανέμου. Αυτή η εναλλαγή κλίμακας δίνει στους στίχους την εκφραστική τους δύναμη: ο ηρωισμός γίνεται μια καθημερινή, επίμονη στάση απέναντι στη ζωή.

Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η εικόνα των ιδεών που δεν μπήκαν «στη φορμόλη». Με γλώσσα άμεση και αιχμηρή, ο στίχος αποδίδει την άρνηση της ακινησίας. Ο άνθρωπος που τιμάται παραμένει παρών μέσα από τη συνέπεια, την αμφισβήτηση και τη διαρκή συμμετοχή του. Το τραγούδι αποκτά έτσι περιεχόμενο που συνομιλεί και με το σήμερα.
Η συνάντηση αυτού του υλικού με τον Γιώργο Νταλάρα έχει ιδιαίτερο καλλιτεχνικό βάρος. Η μακρά σχέση του με το κοινωνικό και πολιτικό τραγούδι δίνει στην επιλογή του έργου χαρακτήρα συνέχειας. Η αρχική του επιθυμία να τραγουδήσει για τον Γλέζο προσθέτει, παράλληλα, μια προσωπική διάσταση στην αφιέρωση.
Το πιο συγκινητικό στοιχείο βρίσκεται στην παρουσία των απόντων. Οι νεκροί σύντροφοι επιστρέφουν μέσα από τη μνήμη και τις αισθήσεις, μέσα από μια στιγμή όπου ο άνεμος αρκεί για να τους φέρει κοντά. Εκεί η ιστορική αφήγηση αποκτά τρυφερότητα και το τραγούδι ανοίγεται προς όλους όσοι έζησαν κρατώντας μια υπόσχεση σε ανθρώπους που χάθηκαν.
«Ο Παρτιζάνος» προτείνει έναν ουσιαστικό τρόπο να τιμάς: να κρατάς ζωντανό το ανθρώπινο βάρος πίσω από το σύμβολο. Και αυτή είναι η πιο όμορφη υπόσχεσή του — ότι η μνήμη μπορεί ακόμη να μας συγκινεί, να μας αφορά και να μας κινητοποιεί.
Στίχοι: Μανώλης Γλέζος, Ο Παρτιζάνος
Σημαία που λερώνει τον ήλιο κηλιδώνει
Τα χέρια σας φτιαγμένα να την σκίζουν
Τα βήματά σας βράχια να ραγίζουν
Η νύχτα των θαυμάτων στην πόλη των θανάτων
Η μνήμη σου σαν σφαίρα μιας τσιγγάνας
κι η πιο έντονη ανάμνηση, της μάνας
Εσύ Καπετάνιε, στη φουρτούνα, στον μουσώνα
για πάντα στο τιμόνι του αγώνα
για χρόνια, πόσα χρόνια…
Αχ Παρτιζάνε, δεν έβαλες ιδέες στη φορμόλη
κι ύψωνες μες στην μπόρα τη γροθιά Μανώλη
Η Αθήνα όλη μαζί σου κι ας ήσουν στο κελί σου
μαζί και το μολύβι του Πικάσο κι ας μην είχες χαρτί δεν πήγες πάσο
Σαν άκουγες γλυκέ μου το θρόισμα του ανέμου
τα μάτια σου γυαλίζαν σαν καθρέφτες για λίγο οι νεκροί στη γη δραπέτες
