Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας
Υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά στις σχέσεις, που συχνά περνά απαρατήρητη: η διαφορά ανάμεσα στο να αγαπάς έναν άνθρωπο και στο να προσπαθείς να τον κάνεις να σου ταιριάζει.
Στην αρχή δεν φαίνεται. Μοιάζει με ενδιαφέρον, με φροντίδα, με συμμετοχή. Θέλεις ο άλλος να είναι καλά, να εξελίσσεται, να «προχωράει». Και κάπου εκεί, σχεδόν αθόρυβα, αρχίζεις να μετακινείσαι: από το «σε βλέπω» στο «θα ήθελα να είσαι αλλιώς». Είναι ένα σημείο που αξίζει να σταθεί κανείς.
Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αγαπούν χωρίς όρους. Αγαπούν με προϋποθέσεις που δύσκολα παραδέχονται:
Αν με καταλάβεις.
Αν συμφωνήσεις μαζί μου.
Αν φερθείς όπως περιμένω.
Αν νιώσεις όπως νιώθω.
Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, κάτι αλλάζει μέσα μας. Ενοχλούμαστε, θυμώνουμε, απομακρυνόμαστε. Ίσως προσπαθούμε να «διορθώσουμε» τον άλλον, να τον βοηθήσουμε να γίνει –όπως πιστεύουμε– καλύτερος. Μόνο που εκεί, συχνά, δεν υπάρχει αγάπη. Υπάρχει προσδοκία.
Η ανάγκη να αλλάξει ο άλλος δεν είναι τυχαία. Κρύβει φόβο, ανασφάλεια, μια ανάγκη για έλεγχο και βεβαιότητα. Αν ο άλλος σκέφτεται και αισθάνεται όπως εμείς, νιώθουμε πιο ασφαλείς μέσα στη σχέση. Όμως αυτό που ζητάμε τότε δεν είναι σύνδεση. Είναι ομοιότητα.
Και εδώ αρχίζει να ξεκαθαρίζει το τοπίο. Η αγάπη δεν είναι να μοιάζουμε. Δεν είναι να συμφωνούμε σε όλα, ούτε να κινούμαστε με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι να προσαρμόζεται ο ένας στον άλλον μέχρι να εξαφανιστούν οι διαφορές.
Η αγάπη είναι να μπορείς να σταθείς απέναντι σε έναν άνθρωπο που δεν είναι ίδιος με εσένα — και να παραμένεις εκεί.
Να τον βλέπεις.
Να τον ακούς.
Να τον αναγνωρίζεις όπως είναι.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα είναι εύκολα. Οι διαφορές φέρνουν ένταση, δημιουργούν αποστάσεις και παρεξηγήσεις. Και σε αυτές τις στιγμές δοκιμάζεται η σχέση. Τότε φαίνεται αν η αγάπη χωράει τον άλλον ή αν προσπαθεί να τον περιορίσει.
Συχνά λέμε –ίσως και χωρίς να το συνειδητοποιούμε– ότι θα αγαπούσαμε τον άλλον «περισσότερο» αν άλλαζε λίγο. Αν ήταν πιο κοντά σε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας. Ακούγεται ανθρώπινο. Όμως αν το δεις πιο προσεκτικά, κάτι δεν ταιριάζει. Γιατί τότε δεν αγαπάς τον άνθρωπο. Αγαπάς την εκδοχή του που θα ήθελες να υπάρχει.
Η αγάπη δεν είναι ανταλλαγή. Δεν είναι μια σιωπηλή συμφωνία προσαρμογής. Είναι στάση. Είναι επιλογή να μείνεις σε επαφή με τον άλλον χωρίς να τον πιέζεις να γίνει κάτι διαφορετικό.
Αυτό δεν σημαίνει παθητικότητα. Δεν σημαίνει ότι δεν εκφράζεσαι ή ότι δεν βάζεις όρια. Σημαίνει ότι δεν ακυρώνεις την ταυτότητα του άλλου για να νιώσεις εσύ πιο άνετα.
Όσο μένουμε στην ιδέα ότι η αγάπη απαιτεί ομοιότητα, τόσο δυσκολευόμαστε να τη ζήσουμε πραγματικά. Συγκρουόμαστε με αυτό που δεν ταιριάζει, απογοητευόμαστε από αυτό που δεν αλλάζει και χάνουμε επαφή με αυτό που υπάρχει.
Ίσως, λοιπόν, η αγάπη να είναι πιο απλή και πιο απαιτητική ταυτόχρονα:
Να μπορείς να δεις τον άλλον όπως είναι, χωρίς να βιάζεσαι να τον αλλάξεις.
Να τον εκτιμήσεις χωρίς να τον συγκρίνεις.
Να τον εμπιστευτείς χωρίς να τον ελέγχεις.
Και μέσα σε αυτό, να αφήσεις χώρο. Χώρο για δύο διαφορετικούς ανθρώπους να συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζεται να γίνουν ένας.
Γιατί τελικά, η αγάπη δεν μεγαλώνει όταν ο άλλος γίνεται αυτό που θέλεις. Μεγαλώνει όταν αντέχεις να τον δεις όπως είναι — και να παραμείνεις εκεί.
