Της Ελευθερίας Τηλιακού, Χωρίς Φίλτρο
Στην Ελλάδα, τα δημόσια έργα μοιάζουν συχνά με πολιτική σκυταλοδρομία. Ο ένας κρατά το φτυάρι της θεμελίωσης, ο άλλος κόβει την κορδέλα των εγκαινίων — και στο τέλος, ο τρίτος διεκδικεί τη δόξα στο Facebook. Αν το φαινόμενο δεν ήταν τόσο επαναλαμβανόμενο, θα ήταν αστείο. Αλλά είναι ήδη μια πολιτική παράδοση που διεκδικεί τον δικό της θρόνο δίπλα στο «θα» και το «έχει δρομολογηθεί».
Από το Μετρό Θεσσαλονίκης, που θεμελιώθηκε πριν καν γεννηθούν οι σημερινοί φοιτητές, έως το Μουσείο Ακρόπολης που ξεκίνησε με τη Μελίνα Μερκούρη και βγήκε στις βιτρίνες χρόνια μετά εγκαινιάζοντας το ο Κώστας Καραμανλής, τα παραδείγματα είναι πολλά. Είναι η πολιτική λογική του «ξεκίνα το εσύ, θα το εγκαινιάσω εγώ και θα μας θυμούνται και τους δύο—ή κανέναν από τους δύο.»
Το ίδιο μοτίβο το βλέπουμε ξεκάθαρα και στα Δωδεκάνησα:
Το Νέο Νοσοκομείο Ρόδου θεμελιώθηκε μια εποχή, εγκαινιάστηκε σε άλλη, και ακόμη συζητείται ποιος «το έφερε εις πέρας». Το λιμάνι της Καμείρου Σκάλας πέρασε από δύο περιφερειάρχες για να ολοκληρωθεί, ενώ σε άλλα έργα βλέπουμε το κλασικό: «προγραμματίστηκε επί εκείνου, υλοποιήθηκε επί του άλλου, εγκαινιάστηκε επί τρίτου, αλλά στην ομιλία ακούμε πάντα: όραμά μας».
Και πάμε στο τοπικό, στην Κάλυμνο. Εκεί όπου τα Μεγάλα Έργα έχουν πάντα μια ιστορία να διηγηθούν — και συχνά δύο δημάρχους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το έργο των Μύλων της Χρυσοχεριάς.
Περίφημο, συμβολικό, με ιστορική και αισθητική αξία, ένα έργο για το οποίο έγιναν λόγοι, δεσμεύσεις, σχεδιασμοί και κάμποσες καθυστερήσεις. Ο Δημήτρης Διακομιχάλης ήταν εκείνος που το ξεκίνησε — το ενέταξε, το δρομολόγησε, το συμβασιοποίησε, έβαλε μπροστά το όραμα ανάδειξης του μνημείου. Και όμως, η ολοκλήρωση ήρθε επί Γιάννη Μαστροκούκου, ο οποίος πέρασε στην επόμενη φάση, το παρέλαβε πρόσφατα διοικητικά ώστε να τελειώσουν μικρές εργασίες για να το παραδώσει στο κοινό.
Ποιος λοιπόν «το έκανε»; Ο ένας που το ξεκίνησε; Ο άλλος που το τελείωσε; Ή μήπως κανείς δεν το έκανε μόνος του;
Η αλήθεια είναι ότι η πολιτική μας αφήνει συχνά σε έναν φαύλο κύκλο πίστωσης έργων, όπου η πράξη αντικαθίσταται από την αφήγηση. Η θεμελίωση γίνεται γιορτή. Τα εγκαίνια γίνονται τηλεοπτική παραγωγή. Και η ουσία είναι ότι το έργο — αν λειτουργεί, αν έχει ποιότητα, αν το χαίρεται ο πολίτης — δεν ανήκει ποτέ σε έναν.
Το καλό έργο είναι πάντα συλλογικό. Το κακό έργο δεν θέλει κανένας να το θυμάται.
Και τα εγκαίνια, όσο πανηγυρικά και αν είναι, δεν γράφουν ιστορία από μόνα τους. Την ιστορία την γράφει η διάρκεια, η χρησιμότητα και η συνέπεια. Όχι οι κορδέλες.
Το ζητούμενο δεν είναι ποιος φωτογραφήθηκε, αλλά ποιος άφησε κάτι ουσιαστικό πίσω του. Σε μια χώρα που συχνά ξεχνά, ίσως αυτό πρέπει να θυμόμαστε περισσότερο.
