Της Μαρίας Χατζηχριστοδούλου
«Σήμερα τοποθετήθηκε το τελευταίο κομμάτι της Σαγράδα Φαμίλια μετά από 144 χρόνια» ήταν ο τίτλος της είδησης που τράβηξε τη ματιά μου λίγες μέρες πριν. Μια φωτογραφία του εμβληματικού ναού με το αιωρούμενο μπράτσο του γερανού τη συνόδευε και μπροστά σ’ αυτή την εικόνα, ως διά μαγείας, ένα «κλικ» ακούστηκε μέσα μου. Σα να ακούμπησε ένα κομμάτι δικό μου σε μια ανολοκλήρωτη κατασκευή ή σα να κλείδωσε επιτέλους μια παύση που βρισκόταν σε εκκρεμότητα.
Δεν έχω επισκεφτεί ποτέ τη Βαρκελώνη, δεν έχω δει ποτέ από κοντά τον θαυμαστό κόσμο της αρχιτεκτονικής του Γκαουντί, του επιδραστικού Καταλανού που στάθηκε αφοσιωμένος μέχρι την στιγμή του μοιραίου δυστυχήματος στο έργο της ζωής του, τη Σαγράδα Φαμίλια. Τίποτα περισσότερο απ’ όσα γνωρίζει ο μέσος φιλότεχνος δεν ξέρω γι’ αυτό το εκπληκτικό μνημείο· η μόνη μου προσέγγιση δεν είναι άλλη από την αισθητική απόλαυση που μου προσφέρει η θέαση αυτού του αριστουργήματος της αρχιτεκτονικής, του συνδυασμού γοτθικής και ισλαμικής τεχνοτροπίας, της χρήσης καμπύλων, ρευστών γραμμών που εναρμονίζονται με αυτές της φύσης, απαλαίνοντας την κατακόρυφη χάραξη μιας ορθής γωνίας καθώς ο ναός υπερυψώνεται του εδάφους.
Κι όμως, μπορώ να ορκιστώ σε όρκο υπαρξιακό ότι «άκουσα» τον βαθύ, άηχο τόνο μιας μαγικής παύσης, μιας στιγμιαίας λύτρωσης, σα να στάθηκε ακίνητος ο κόσμος, ο χρόνος και τίποτα να μην υπήρχε να ταράξει αυτή την αίσθηση της γαλήνης που απλώθηκε μέσα μου και στο μυαλό μου.
Επανήλθαν, όμως, όλα γρήγορα και χίμηξαν σε αυτή την ανυπεράσπιστη γαλήνη μου, να την ξεσκίσουν, να με επαναφέρουν στην τάξη της δυστοπίας που ζούμε. Δε μου έμεινε παρά η απορία του πώς λειτούργησε τόσο συγκλονιστικά μια τέτοια και μόνη στιγμή. Σκέφτηκα τα πάντα, τον συμβολισμό αλλά και την κυριολεκτική σημασία ενός έργου που δάμασε τον χρόνο, διεμβόλισε με την κάθετη κεραία της ορθής γωνίας του το άπειρο του ουρανού, απέδειξε πως ο Άνθρωπος-δημιουργός μπορεί ακόμη και πάντα να επιβάλει τάξη στο χάος, να αποτυπώσει την έννοια της ακρίβειας, της αρμονίας και της δικαιοσύνης, να δικαιώσει τις θρησκευτικές του ανησυχίες, να αποδώσει την τελειότητα και την ισορροπία, να οδηγηθεί στην ανάταση. Μα δεν μου ήταν αρκετό αυτό, θυμήθηκα λοιπόν ξανά την αγαπημένη και παρηγορητική –κι ας ακούγεται κοινότοπη πια– άποψη ότι «η ομορφιά θα μας σώσει», ανακάλεσα κάθε μια φορά που έργα τέχνης μου προκάλεσαν ανείπωτη συγκίνηση, αλλά όχι· αυτό ήταν κάτι διαφορετικό.
Τι ήταν αυτό που ένιωσα, αυτή η απολυτρωτική δύναμη που σε ελάχιστο χρόνο λειτούργησε ακριβώς όπως το αιωρούμενο χέρι του γερανού κι απόθεσε το κομμάτι μου που έλειπε για να νιώσω έστω φευγαλέα ολόκληρη ξανά;
Ίσως η αίσθηση ότι μικραίνω, μικραίνουμε σε αυτή μέσα τη βαρβαρότητα του καιρού μας, συστρεφόμαστε γύρω από έναν πυρήνα που έχει πάψει να είναι συμπαγής, κατακερματιζόμαστε. Τα κομμάτια μας βρίσκονται πεταμένα παντού. Στη Γάζα την ισοπεδωμένη και στις παγωμένες σκηνές όπου επιβιώνουν(;) οι επιζήσαντες Παλαιστίνιοι, στις βάρκες που γίνονται επιτάφιες κλίνες για τους πρόσφυγες, στα πεδία των πολέμων, της πείνας, της εξαθλίωσης, της αδιανόητης διαφθοράς και του τρομαχτικού εκφασισμού μιας κοινωνίας που βρυχάται.
Μπορεί η Τέχνη να γίνει η´Ισιδα του παγκοσμιοποιημένου μας συγκρητισμού που ενώνει ξανά τα κομμάτια μας, άραγε;
Καθώς για τίποτε από όλα αυτά δεν είμαι βέβαιη ότι αναγνώρισα πίσω από την αίσθηση αυτού που βίωσα, μοιραία ανέτρεξα στο κλασικό, πια, έργο του Ερνστ Φίσερ «Η Αναγκαιότητα της Τέχνης».
Ομολογώ ότι η φράση «η τέχνη μάς είναι απαραίτητη και δυνάμει της σύμφυτής της μαγείας, αφού πάντα κρατά κάτι από αυτήν (των πρωτόγονων καλλιτεχνών της Λίθινης εποχής)» μου άνοιξε μια πορτούλα διαύγειας.
Συνειδητοποίησα ότι μαγεία σήμερα είναι το αίσθημα της επανασύνδεσης του κατακερματισμένου εαυτού μας, αυτή η στιγμιαία συγκόλληση που μας χαρίζει η επουλωτική αισθητική αλλά και νοητική συγκίνηση στην επαφή με ένα αριστούργημα που ολοκληρώνεται μπροστά στα μάτια μας.
Μαγεία είναι η στιγμή που εναρμονιζόμαστε με τη Φύση (μας) και ακριβώς αυτές οι δύο μαγικές δυνάμεις συνενώνονται σε αυτό το έργο Τέχνης. Πρόκειται για τη στιγμή που το έργο λειτουργεί σαν «τοτέμ», το σύμβολο μέσα από το οποίο «αναδύεται» και «επιστρέφει» ο άνθρωπος στην ολότητά του. Η στιγμή που κατά τον Φίσερ ο άνθρωπος αποδεικνύει ότι παραμένει πάντοτε ο μεγάλος μάγος, ο Προμηθέας που φέρνει τη φωτιά από τους ουρανούς στη γη, ο Ορφέας που υποδουλώνει τη φύση με τη μουσική του. ´Η τελικά μπορεί τα πράγματα να είναι πολύ πιο απλά. Να πρόκειται για τη συγκίνηση που απορρέει από τη σκέψη ότι το όραμα ενός ανθρώπου, ενός καλλιτέχνη ολοκληρώθηκε 144 χρόνια μετά. Να είναι η νοσταλγία που ακούγεται προφητικά αναθυμούμενη τα λόγια του Μπρεχτ: «Από τούτες τις πολιτείες θα μείνει μόνο ο αγέρας που πέρασε από μέσα».
Η Μαρία Χατζηχριστοδούλου είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
https://www.documentonews.gr/article/anthropos-o-megalos-magos/
