Γράφει ο Γιάννης Θ. Πατέλλης
Τις παλιές αγαπημένες συνήθειες πάντα θα βρεθεί κάτι να μας τις θυμίσει. Όπως σήμερα που αναγκάστηκα να ανακαλέσω στη χρήση ένα παλιό μπουφάν στην άκρη της ντουλάπας, αφού αυτό που φορούσα είχε βραχεί. Τοποθετώντας το κινητό τηλέφωνο στην αριστερή του τσέπη, πρώτη φροντίδα τώρα πια πριν την έξοδο από το σπίτι, το χέρι μου ανέσυρε ένα κομπολόι. Αχρείαστο τώρα πλέον, λησμονημένη συντροφιά των εξόδων μας εδώ και κάποια χρόνια, έπεσε θύμα κι’ αυτό των διαφόρων smartphones και όπως αλλιώς λέγονται, τα οποία εδώ και λίγο καιρό κατασκήνωσαν μόνιμα στην παλάμη μας. Το κινητό τηλέφωνο είναι σήμερα το αδιαμφισβήτητο «αξεσουάρ» των χεριών μας, το καινούργιο «αγχολυτικό» αν θέλετε, μικρών και μεγάλων. Ελάχιστοι είναι πλέον εκείνοι που προτιμούν ακόμα το κομπολόι, κάποτε μονάκριβο σύντροφο μας. Πάντα είχα στο νου μου να γράψω κάποια στιγμή για το κομπολόι, τώρα που δύει και η βασιλεία του. Ίσως ήρθε η ώρα να του εξοφλήσω αυτή την υποχρέωση, παρασυρόμενος και από το σημερινό απροσδόκητο εύρημα.
Ποιος, πού, πότε και γιατί δημιούργησε το κομπολόι; Όσο κι’ αν φαίνεται απίστευτο κανένας δεν το γνωρίζει! Απλά φαίνεται γοητευτικό που ήμασταν ερωτευμένοι με κάτι άγνωστο, το οποίο κρατούσε συντροφιά, σ’ εμάς και τα χέρια μας, σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής μας.
Τι είναι το κομπολόι; Μέσο τέρψης των αισθήσεων, ξεγέλασμα του χρόνου, αντανάκλαση της προσωπικότητάς μας, φυλακτό, φορέας θετικής ενέργειας, οικογενειακό κειμήλιο, κόσμημα, μέσο επικοινωνίας με το Θεό;
Θα μπορούσα να συνεχίσω να αραδιάζω ιδιότητές του, όσες είναι και οι χάντρες του. Μόνο που ούτε κι’ αυτές έχουν καθορισμένο αριθμό, προπάντων στα κομπολόγια προσευχής, τα κομποσκοίνια.
Ούτε το ελληνικό κομπολόι έχει ορισμένο αριθμό χαντρών. Γιατί δεν μετράει τίποτα συγκεκριμένο. Εξαρτάται από το μέγεθος της χάντρας, την προτίμηση και βολή του κατόχου του. Είναι όμως, πολλές φορές, ένα έργο τέχνης. Το σχήμα, το μέγεθος, το υλικό κατασκευής, ο τρόπος που συνδέονται μεταξύ τους οι χάντρες, το τελείωμά του πριν τη φούντα, όλα μαζί συνθέτουν, συχνά, ένα κομψοτέχνημα. Και ασφαλώς το κεχριμπάρι, πανάκριβο και δυσεύρετο, είναι το πιο ευγενές υλικό για το κομπολόι.
Για την επιλογή του προστρέχαμε, κάποτε, στα διάφορα μαγαζιά των αξεσουάρ και κομπολογάδικα, όπου ο καθένας αφιέρωνε χρόνο ανάλογο με την ιδιοσυγκρασία του και το χαρακτήρα του. Αρκετά είναι τα τραγούδια που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν για το κομπολόι: «Μικρό κομπολογάκι μου εσύ ‘σαι το μεράκι μου…», «Χάντρα στο κομπολόι σου, το μαργαριταρένιο…», «Μια γυναίκα δύο άντρες, κομπολόι δίχως χάντρες…».
Μόνο που κομπολόγια και γυναίκες δεν τα μπέρδεψαν πρώτα τα ομώνυμα λαϊκά άσματα, αλλά και ο φίλος μου ο Αποστόλης.Τον γνώρισα πριν πολλά χρόνια όταν σπουδάζαμε στη Θεσσαλονίκη. Καταγόταν από τον Πειραιά και φοιτούσε στη Νομική. Ήταν απλά ένα νόστιμο παιδί αλλά είχε αυτό το απροσδιόριστο «κάτι», που τραβούσε τις κοπέλες. Ο Αποστόλης είχε τρεις αδυναμίες : Να μένει σε κάμαρα προς τη θάλασσα για να θυμάται την Καστέλα, τα κομπολόγια και τις γυναίκες.
Κάθε φορά που ερωτευόταν, η κοπέλα που μάθαινε το ντέρτι του, του χάριζε ένα κομπολόι. Όταν βλέπαμε στα χέρια του καινούργιο κομπολόι αυτό σήμαινε και νέο δεσμό. Στη ροή του χρόνου και την καρδιά του η ακολουθία ήταν ατέρμων αλλά μπερδεμένη : φοιτήτρια, πωλήτρια, μαθήτρια, δασκαλίτσα, ύστερα μια κομμώτρια… μύλος. Ο Αποστόλης ήταν επιμελής στα μαθήματα, αλλά και στη διαφύλαξη της «ερωτικής, ιστορικής του παράδοσης». Τοποθετούσε τα κειμήλια των ερώτων του, δηλαδή τα κομπολόγια, σε κουτάκια και τα έκρυβε στην ντουλάπα του. Το καθένα έγραφε απέξω το όνομα της εκάστοτε φιλεναδούλας του : Λίτσα, Τούλα, Μαρία, Βούλα…
Με τον Αποστόλη ξανασυναντηθήκαμε τυχαία, στο δικηγορικό του γραφείο της οδού Ακαδημίας στην Αθήνα, μετά από πολλά χρόνια. Δεν είχε αλλάξει συνήθειες, μόνο τακτική. Τώρα η εκάστοτε ερωμένη ήταν, για όσο κρατούσε ο δεσμός, εκτός από κομπολόι στα χέρια του και ιδιαιτέρα γραμματέας του. Συνήθως ήταν αλλοδαπές, γιατί ο Αποστόλης ασχολιόταν με εργατικές διαφορές και είχε πελάτες κυρίως αλλοδαπούς. Όταν τον επισκέφτηκα στο γραφείο του, είχε γραμματέα μια πανέμορφη ρουμάνα, τη Νάντια. Τα μάτια της είχαν ένα απίθανο γαλαζοπράσινο χρώμα. Στα χέρια του κρατούσε ένα επίσης υπέροχο κομπολόι, με τιρκουάζ χάντρες, δώρο της Νάντιας. Συμφωνήσαμε πως αν αποφάσιζε να την παντρευτεί, τότε στις εξηνταριές του, θα μου το χάριζε.
Μετά λίγους μήνες βρήκα στην ταχυδρομική θυρίδα μου ένα μικρό δεματάκι χωρίς αποστολέα. Μέσα είχε ένα κομψό ξύλινο κουτάκι με το τελευταίο κομπολόι που είδα να κρατά στα χέρια του ο Αποστόλης. Αυτό που βρέθηκε σήμερα λησμονημένο, στη τσέπη του παλιού μου μπουφάν, ύστερα από τόσα χρόνια. Και που οι χάντρες του είχαν το χρώμα των ματιών της Νάντιας.
