Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας
Υπάρχει κάτι παράξενο με το «όχι». Είναι μια μικρή λέξη, σχεδόν απλή, και όμως για πολλούς ανθρώπους είναι από τις πιο δύσκολες.
Ίσως όμως, αν το δεις λίγο ανάποδα, αρχίζει να ξεκαθαρίζει. Όταν δεν μπορείς να πεις «όχι», τότε σχεδόν πάντα λες «ναι». Σε αιτήματα, σε υποχρεώσεις, σε προσδοκίες. Δέχεσαι, προσαρμόζεσαι, ανταποκρίνεσαι.
Και μπορεί όντως κάποιες φορές αυτό να είναι όμορφο. Δίνεις χρόνο, ενέργεια, φροντίδα. Στέκεσαι δίπλα στους άλλους, βοηθάς, συμμετέχεις. Υπάρχει μια ικανοποίηση σε αυτό, μια αίσθηση ότι είσαι χρήσιμος, παρών, διαθέσιμος.
Το θέμα αρχίζει να αλλάζει όταν αυτό το «ναι» δεν είναι επιλογή. Όταν γίνεται συνήθεια. Όταν έρχεται πριν προλάβεις να ρωτήσεις τον εαυτό σου αν θέλεις πραγματικά. Γιατί τότε κάπου χάνεται κάτι.
Μπορεί να δίνεις από τον χρόνο σου ενώ είσαι ήδη κουρασμένος. Να αναλαμβάνεις πράγματα που δεν αντέχεις. Να συμφωνείς με καταστάσεις που δεν σε εκφράζουν. Και το κάνεις, όχι επειδή το θέλεις, αλλά επειδή δυσκολεύεσαι να αρνηθείς.
Και εκεί έρχεται το ουσιαστικό ερώτημα:
Αν δεν θέλεις, μπορείς να το πεις; Αν δεν μπορείς, μπορείς να το παραδεχτείς;
Γιατί το «όχι» δεν είναι μόνο μια απάντηση προς τους άλλους. Είναι μια στάση απέναντι στον εαυτό σου.
Πολλές φορές, αυτό που μας κρατάει πίσω δεν είναι η ίδια η άρνηση, αλλά όσα φανταζόμαστε ότι θα ακολουθήσουν:
«Θα στενοχωρηθεί.»
«Θα θυμώσει.»
«Θα νομίζει ότι δεν νοιάζομαι.»
Και κάπου εκεί αρχίζουμε να προσαρμοζόμαστε. Όχι με βάση το τι αντέχουμε ή τι θέλουμε, αλλά με βάση το πώς θα φανεί.
Ο φόβος της κρίσης έχει μεγάλη δύναμη, γιατί αγγίζει κάτι βαθύτερο: την ανάγκη να είμαστε αποδεκτοί. Να θεωρούμαστε «καλοί», «σωστοί», «διαθέσιμοι». Έτσι, το «όχι» αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνο.
Και όμως, χωρίς αυτό το «όχι», δεν υπάρχουν όρια. Και χωρίς όρια, η σχέση με τον εαυτό σου αρχίζει να φθείρεται. Γιατί λες «ναι» προς τα έξω, ενώ μέσα σου κάτι αντιστέκεται.
Το να μπορείς να πεις «όχι» δεν σημαίνει ότι απορρίπτεις τον άλλον. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Ότι σέβεσαι τις ανάγκες σου, τα όριά σου, ακόμα και τη διάθεσή σου.
Και αυτό δεν είναι εγωισμός. Είναι σαφήνεια.
Βέβαια, δεν είναι εύκολο. Το «όχι» θέλει αντοχή. Να κρατήσεις τη θέση σου, ακόμα κι αν ο άλλος δεν συμφωνεί. Να αντέξεις την αμηχανία, την πιθανή απογοήτευση. Να μην απολογείσαι για κάτι που σου ανήκει.
Και κάπου εκεί αλλάζει κάτι.
Όταν αρχίζεις να λες «όχι» όπου χρειάζεται, το «ναι» αποκτά άλλο νόημα. Δεν είναι πια υποχρέωση. Είναι επιλογή.
Δίνεις γιατί θέλεις. Συμμετέχεις γιατί το επιλέγεις.
Ίσως τελικά το ζήτημα να μην είναι η λέξη. Είναι το ποιος αποφασίζει.
Αν η απάντηση έρχεται από μέσα σου, τότε υπάρχει ελευθερία.
Αν καθορίζεται από το τι θα πουν οι άλλοι, τότε κάτι χάνεται.
Και το ερώτημα μένει:
Θα ορίζεις εσύ τον εαυτό σου… ή θα τον ορίζουν οι άλλοι για σένα;
