Το λιβάνι, συνδεδεμένο ιστορικά με τη θρησκευτική τελετουργία και τα Χριστούγεννα, γνωρίζει σήμερα παγκόσμια άνοδο ζήτησης λόγω της βιομηχανίας «ευεξίας» και της αναβίωσης πρακτικών όπως ο διαλογισμός και οι «φυσικές» θεραπείες. Πίσω όμως από την αυξανόμενη κατανάλωση, τα άγρια δέντρα Boswellia που παράγουν τη ρητίνη πιέζονται επικίνδυνα.
Η βασική παραγωγική ζώνη βρίσκεται στο Κέρας της Αφρικής (Somaliland, Σομαλία, Αιθιοπία, Σουδάν), όπου η παραδοσιακή συλλογή απαιτεί λίγες τομές και μεγάλα διαστήματα ανάπαυσης. Σήμερα, χαμηλές αμοιβές, έλλειψη ρύθμισης και ασταθείς τιμές ωθούν σε υπερβολικό «τάπινγκ», με έρευνες να δείχνουν ότι τα δέντρα μπορεί να χρειάζονται πάνω από 10 χρόνια για να ανακάμψουν. Σε ορισμένες περιοχές καταγράφεται κατάρρευση πληθυσμών και σχεδόν μηδενική φυσική αναγέννηση, με απουσία νεαρών δέντρων.
Την εικόνα επιβαρύνουν η κλιματική αλλαγή (ξηρασίες και ακραία φαινόμενα), τα παράσιτα, η υπερβόσκηση και οι πυρκαγιές. Παρότι η τελική τιμή στη Δύση είναι υψηλή, οι συλλέκτες λαμβάνουν ελάχιστο μερίδιο (ενδεικτικά 2–5 δολ./κιλό), ενώ οι ενδιάμεσοι απορροφούν τα περισσότερα κέρδη. Ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς ισχυρά κίνητρα βιωσιμότητας η παραγωγή μπορεί να μειωθεί σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες. Πιλοτικές λύσεις περιλαμβάνουν ιχνηλασιμότητα, παρακολούθηση της υγείας των δέντρων και πιο άμεσες πληρωμές στους παραγωγούς, ενώ η καλλιέργεια Boswellia εξετάζεται ως επιλογή με δικούς της περιβαλλοντικούς κινδύνους. Το συμπέρασμα: η αγορά πρέπει να πληρώσει το πραγματικό κόστος της αειφορίας, αλλιώς το λιβάνι κινδυνεύει να γίνει σπάνιο.
