Γράφει ο Γιάννης Θ. Πατέλλης
Η σχέση των Ελλήνων με το σπίτι, την «εστία», έχει βαθιές ρίζες, οι οποίες απλώνονται στο βάθος του ιστορικού χρόνου και της κοινωνικής ζωής. Και δεν έχει καμία δόση υπερβολής αν τονίσουμε, ότι η σχέση του Καλύμνιου με το σπίτι περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω στον υπερθετικό βαθμό. Όποιος αμφιβάλλει όλο και θα έχει δει ή ακούσει κάτι για «αγκλαβές». Σε ένα όχι και τόσο πολύ μακρινό παρελθόν, η πρώτη ανιχνευτική ερώτηση της οικογένειας του μέλλοντος γαμπρού προς το στενό περιβάλλον της υποψήφιας νύφης ήταν με βεβαιότητα η ακόλουθη : «Έχει η κόρη σπίτι;». Κι’ αυτό, άσχετα αν επρόκειτο για συνοικέσιο ή ερωτικό δεσμό.
Αργότερα, μεταπολεμικά, κυρίως από τη δεκαετία του 1960 και μετά, η μέλλουσα νύφη ανέβαζε κατακόρυφα τις μετοχές της αν διέθετε και ένα «τριάρι» στην Αθήνα. Το διαμέρισμα στην Αθήνα ήταν, κατά κάποιο τρόπο, το υποκατάστατο του ευάριθμου ποσού των «χρυσών λιρών», που συνόδευε την βαρυπροικάτη νύφη της προπολεμικής περιόδου. Ακόμα, η επένδυση σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα ακίνητο, είχε το χαρακτήρα της εξασφάλισης των παιδιών, της σίγουρης αποταμίευσης. Ο κάτοχος ακινήτων διέθετε αίγλη, είχε το κεφάλι του ήσυχο, ένοιωθε ασφαλής.
Τις δεκαετίες του ’80 και του ΄90 κυλίσαμε στην υπερβολή. Οι κόποι από τα καράβια και τη μετανάστευση, τα όχι ευκαταφρόνητα ποσά από τα δάνεια που δίνονταν αφειδώς από τις τράπεζες, όδευαν θυσία στη μεγαλομανία και τον ανταγωνισμό του οικιστικού όγκου και της πολυτέλειας. Το μεγαλόπρεπο και εντυπωσιακό σπίτι, με κήπους και παρτέρια, έγινε σήμα κατατεθέν του κοινωνικού στάτους και της μεγαλοαστικής επίδειξης. Τα πολυτελή ακίνητα προβάλλονταν ως υποκατάστατα μιας ταυτότητας που δεν είχε βάση. Τα υλικά αγαθά γέμιζαν άδειους χώρους και ικανοποιούσαν πρόσκαιρες ματαιοδοξίες.
Κι’ ύστερα ήρθε η δεκαετία της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Οι μισθοί, οι συντάξεις και τα ημερομίσθια ψαλιδίστηκαν γενναία, τα δάνεια έμεναν ανεξόφλητα, «κοκκίνισαν», η αξία των ακινήτων υποχώρησε μέχρι ευτελισμού. Το προνόμιο του ακινήτου μετατράπηκε, από ασύγκριτο και ασφαλές οικονομικό πλεονέκτημα, σε βάρος δυσβάστακτο με ολισθηρή πορεία προς τον πλειστηριασμό. Ό,τι αποκτήθηκε με κόπους και θυσίες χρόνων, από γονείς και παππούδες, για να στηρίξουν τους επιγόνους τους, κατέληξε πλέον «καυτή πατάτα» στα χέρια μιας γενιάς που πλήττονταν από την ανεργία και τις αμοιβές πείνας. Το δώρο του ακινήτου μεταμορφώθηκε σε βαρίδι, το «όνειρο ζωής» κατέληξε εφιάλτης.
Με την είσοδο στην τρίτη δεκαετία του 21ο αιώνα, πλέον, μπορεί η οικονομική κρίση να υποχώρησε κάπως, αλλά η αναζωπύρωση καραδοκεί και επιβάλλεται ανασύνταξη ζωών και περιουσιών. Συντηρούμε τα αναγκαία και ξανασυναντούμε το μέτρο. Σήμερα, πάλι η κρίση στέγης ανάγεται στο σημαντικότερο κοινωνικό πρόβλημα του αιώνα μας και η κοινωνία χωρίζεται στα δύο: τους ιδιοκτήτες και τους ενοικιαστές. Αυτούς που μπορούν να επωφελούνται από την επέλαση του «airbnb» βλέποντας σχετικά εύκολη αύξηση στα έσοδά τους και αυτούς που βλέπουν σημαντικό μέρος του μισθού τους να φεύγει μαζί με το ενοίκιο, την πρώτη του μήνα.
Το όνειρο για απόκτηση κατοικίας έχει πια σβήσει για πολλούς, καθώς οι σημερινοί 30άρηδες και 40άρηδες αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο χάσμα από κάθε άλλη φορά, μεταξύ των στεγαστικών φιλοδοξιών και της σημερινής πραγματικότητας. Και συζητούμε όχι πλέον για τα 130 τ. μ. μιας άνετης κατοικίας, αλλά για τα 60 τ. μ. που θα στεγάσουν τη προσδοκία για οικογένεια ενός νέου ζευγαριού. Το σπίτι, το «σπιτάκι του λαού», η ιερή εστία, είναι ο τόπος που πάντα επιστρέφουμε. Ο ανέστιος και πένης είναι έσχατη καταδίκη. Είναι Οδύσσεια χωρίς Ιθάκη…
Κάλυμνος, Μάιος 2025
