Εισήγηση της δημοσιογράφου Ελευθερίας Τηλιακού στο 56ο Συνέδριο της Ένωσης Συντακτών Επαρχιακού Τύπου στην Καλαμπάκα 30-31 Οκτωβρίου και 1η Νοεμβρίου 2026
Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια εικόνα που όλοι αναγνωρίζουμε.
Μια πλατεία γεμάτη ανθρώπους αμίλητοι κοιτούν το κινητό τους. Και, την ίδια στιγμή, μια
διαδικτυακή συζήτηση για ένα τοπικό πρόβλημα με εκατοντάδες σχόλια. Δυο νησιά- ένα
ψηφιακό και ένα φυσικό, υπάρχουν σε δυο παράλληλα σύμπαντα.
Πού βρίσκεται ο δημόσιος διάλογος; Ποιος συμμετέχει; Ποιος ακούγεται; Και πόσο αυτή η
συζήτηση βοηθά την κοινωνία να καταλάβει το πρόβλημα και να διεκδικήσει μια λύση;
Τα ερωτήματα αυτά αφορούν άμεσα τη δημοκρατία και τη δική μας ευθύνη.
Ο φυσικός δημόσιος χώρος είναι ο κοινός τόπος της κοινωνικής μας ζωής: η πλατεία, ο δρόμος,
το πάρκο, η εκκλησία, η αίθουσα μιας ανοιχτής συνέλευσης. Εκεί συναντιόμαστε,
ανταλλάσσουμε απόψεις, διαφωνούμε, οργανώνουμε δράσεις και κάνουμε ορατά τα αιτήματά
μας, πρόσωπο με πρόσωπο.
Ο ψηφιακός δημόσιος χώρος περιλαμβάνει τις διαδικτυακές συζητήσεις, σύγχρονες και
ασύγχρονες, μέσα από τις οποίες κυκλοφορούν ειδήσεις, εκφράζονται απόψεις και
διαμορφώνεται η κοινή γνώμη. Μια δημοσιογραφική ανάρτηση, τα σχόλια των αναγνωστών και
η απάντηση ενός δημόσιου φορέα συνθέτουν ένα μέρος του.
Οι δύο χώροι βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία. Ένα πρόβλημα στη γειτονιά γίνεται ανάρτηση.
Η ανάρτηση προκαλεί δημοσιογραφική έρευνα. Η έρευνα μπορεί να οδηγήσει σε συγκέντρωση
κατοίκων, σε παρέμβαση στο δημοτικό συμβούλιο, σε μια δημόσια δέσμευση.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά: μεγάλο μέρος της ψηφιακής δημόσιας συζήτησης
φιλοξενείται σε πλατφόρμες ιδιωτικών εταιρειών. Οι κανόνες και οι αλγόριθμοί τους επηρεάζουν
τι βλέπουμε, τι προσπερνάμε και ποιες φωνές αποκτούν μεγαλύτερη απήχηση.
Η δυνατότητα να μιλήσουμε υπάρχει. Η δυνατότητα να ακουστούμε κατανέμεται άνισα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον τίθεται το πρώτο μεγάλο ερώτημα: θέλουμε πολίτες ή
καταναλωτές περιεχομένου;
Ο πολίτης έχει δικαιώματα στην ισότητα, στην ελευθερία, στην ενημέρωση και στη συμμετοχή.
Έχει τη δυνατότητα να αμφισβητεί, να ελέγχει την εξουσία, να οργανώνεται και να απαιτεί
λογοδοσία.
Η ιδιότητα αυτή χρειάζεται χώρο και χρόνο για σκέψη. Χρειάζεται πρόσβαση σε αξιόπιστες
πληροφορίες από πηγές που τις επιλέγει ο ίδιος ο πολίτης και όχι πηγές που του επιβάλλονται
στην ροή του λογαριασμού του κοινωνικού δικτύου ως καταναλωτής περιεχομένου.
Η αδιάκοπη εναλλαγή αναρτήσεων, εικόνων και βίντεο, μας έχει συνηθίσει σε έναν διαφορετικό
ρυθμό: βλέπουμε, αντιδρούμε, σχολιάζουμε και προχωράμε. Ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα
διεκδικεί την προσοχή μας για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι να εμφανιστεί το επόμενο.
Αυτός ο τρόπος χρήσης περιορίζει την επεξεργασία της πληροφορίας. Αφήνει την εντύπωση να
προηγείται της γνώσης και τη στιγμιαία αγανάκτηση να παίρνει τη θέση της σταθερής
διεκδίκησης.
Βεβαίως, μια ανάρτηση μπορεί να είναι η αρχή μιας σημαντικής κινητοποίησης. Η δημοκρατική
της αξία φαίνεται και στη συνέχεια: αν θα υπάρξουν συγκεκριμένα αιτήματα, συλλογική
οργάνωση και παρακολούθηση των απαντήσεων.
Αντίστοιχα, για εμάς τίθεται το ερώτημα: διαφυλάττουμε τον ρόλο μας ως δημοσιογράφοι ή
μήπως διολισθαίνουμε προς τον νέο ρόλο του παραγωγού περιεχομένου;
Η παραγωγή περιεχομένου αποτελεί μέρος της καθημερινής μας εργασίας. Η δημοσιογραφική
αποστολή, όμως, απαιτεί συγκεκριμένες δεσμεύσεις: επαλήθευση, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη
στην παρουσίαση και ευθύνη απέναντι στο κοινό.
Ο δημοσιογράφος ελέγχει μια δήλωση πριν την αναπαράγει. Αναζητά το έγγραφο πίσω από την
ανακοίνωση. Εξετάζει τι σημαίνει μια απόφαση για τη ζωή των ανθρώπων. Ζητά απαντήσεις και
επιστρέφει στο θέμα όταν περάσει η αρχική δημοσιότητα.
Ακούει επίσης εκείνους που απουσιάζουν από τη διαδικτυακή συζήτηση: τον ηλικιωμένο που
δεν χρησιμοποιεί κοινωνικά δίκτυα, τον εργαζόμενο που φοβάται να εκτεθεί, τον άνθρωπο που
δεν διαθέτει τις λέξεις ή τις γνωριμίες για να κάνει το πρόβλημά του ορατό.
Η δημοσιογραφική μας κρίση δοκιμάζεται ακριβώς εκεί όπου η εύκολη δημοσίευση υπόσχεται
μεγάλη απήχηση. Μια ανεπιβεβαίωτη καταγγελία μπορεί να φέρει επισκέψεις. Μπορεί επίσης να
βλάψει άδικα έναν άνθρωπο και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στην ενημέρωση.
Στην τοπική δημοσιογραφία αυτή η ευθύνη έχει ιδιαίτερο βάρος. Γνωρίζουμε προσωπικά
πολλούς από όσους καλούμαστε να ελέγξουμε. Συναντιόμαστε καθημερινά. Μοιραζόμαστε τον
ίδιο τόπο και συχνά τις ίδιες αγωνίες.
Αυτή η εγγύτητα απαιτεί σταθερά κριτήρια και ανεξαρτησία.
Στην Κάλυμνο, η δική μου παρατήρηση είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της αντιπαράθεσης
ανάμεσα σε πολίτες και πολιτικά πρόσωπα εκδηλώνεται πλέον στα κοινωνικά δίκτυα, ή όπως τα
λέω εγώ στα αντικοινωνικά δίκτυα, ενώ οι ευκαιρίες οργανωμένου, πρόσωπο με πρόσωπο
διαλόγου παραμένουν περιορισμένες.
Η παρατήρηση αυτή χρειάζεται να μας προβληματίσει.
Όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από χαρακτηρισμούς, υπονοούμενα και προσωπικές
επιθέσεις, το ίδιο το πρόβλημα υποχωρεί. Αντί να εξετάζουμε μια απόφαση, συζητάμε ποιος
προσέβαλε ποιον. Αντί να ζητάμε στοιχεία, αναζητούμε συμμάχους για την επόμενη σύγκρουση.
Και αυτό το κλίμα μπορεί να περάσει από την οθόνη στην καθημερινή συνάντηση. Οι άνθρωποι
προσέρχονται ήδη θυμωμένοι, με παγιωμένες εντυπώσεις για τις προθέσεις του άλλου. Η
προσβολή γίνεται συνήθεια, η ακρόαση δυσκολεύει και η ανεκτικότητα για την αντίθετη άποψη
χάνεται.
Δεν είναι κάθε έντονη διαφωνία ρητορική μίσους. Ούτε κάθε διαδικτυακή σύγκρουση οδηγεί στη
σωματική βία. Όμως η κανονικοποίηση της απειλής και η παρουσίαση του άλλου ως εχθρού
δημιουργούν συνθήκες που μπορούν να διευκολύνουν την κλιμάκωση.
Η ελευθερία της κριτικής χρειάζεται προστασία. Το ίδιο και η ασφάλεια εκείνων που
συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να δώσω ένα παράδειγμα, ο ψηφιακός χώρος έχει
αλλάξει τον δημόσιο διάλογο στον φυσικό χώρο. Οι ειδικές συνεδριάσεις λογοδοσίας
του Δήμου Καλυμνίων για να μην είμαι απόλυτη, σχεδόν ποτέ δεν γίνονται, ελλείψει
ερωτήσεων από την αντιπολίτευση. Αλήθεια, δεν έχει η αντιπολίτευση ερωτήσεις; Δεν
οφείλει η εκάστοτε δημοτική αρχή να λογοδοτεί; Δίνω μια εξήγηση στο φαινόμενο αυτό.
Έχουν ήδη συζητήσει τα θέματα που απαιτούν λογοδοσία από τα κοινωνικά δίκτυα
οπότε, δεν υπάρχει ενδιαφέρον να τεθούν στις ειδικές συνεδριάσεις. Αυτό επίσης θα
μπορούσε να είναι τακτική της αντιπολίτευσης ώστε να μην έχει δυνατότητα να
λογοδοτήσει η εξουσία από επίσημο βήμα, διότι το ανεπίσημο βήμα των κοινωνικών
δικτύων εξυπηρετεί μονολόγους και ετεροχρονισμένα σχόλια. Οι μονόλογοι, κυρίες και
κύριοι, είναι χαρακτηριστικοί άλλων πολιτευμάτων. Αυτό το φαινόμενο χρήζει περαιτέρω
διερεύνησης οπωσδήποτε και σε άλλους δήμους της επαρχίας.
Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε;
Να ενισχύσουμε τις ανοιχτές συζητήσεις, έστω και υβριδικές, στις τοπικές κοινωνίες, με χρόνο
για ερωτήσεις και ουσιαστικές απαντήσεις. Να αξιοποιήσουμε την ψηφιακή μετάδοση για να
διευρύνουμε τη συμμετοχή. Να διατηρήσουμε προσβάσιμες διαδικασίες και για όσους
βρίσκονται εκτός διαδικτύου.
Να καλλιεργούμε την κριτική ανάγνωση των ειδήσεων. Να διορθώνουμε τα λάθη μας καθαρά
και να διαχωρίζουμε την είδηση από το σχόλιο και τη διαφήμιση, κάτι που δεν διακρίνεται πλέον
από τον μέσο αναγνώστη-καταναλωτή περιεχομένου, γιατί ζούμε στην εποχή της μετα-
αλήθειας.
Να κάνω μια διευκρίνηση τι εννοώ με τον όρο αυτόν. Μετα-αλήθεια είναι η κατάσταση
κατά την οποία τα εξακριβωμένα γεγονότα επηρεάζουν τη διαμόρφωση της κοινής
γνώμης λιγότερο από το συναίσθημα και τις προσωπικές πεποιθήσεις.
Με απλά λόγια, ένας άνθρωπος αποδέχεται έναν ισχυρισμό κυρίως επειδή ταιριάζει με όσα ήδη
πιστεύει, φοβάται ή επιθυμεί — ακόμη και όταν υπάρχουν ισχυρά στοιχεία που τον διαψεύδουν.
Για παράδειγμα, κυκλοφορεί μια καταγγελία για έναν δήμο. Τα έγγραφα αποδεικνύουν ότι ο
συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι ανακριβής. Κάποιος, όμως, εξακολουθεί να τον αναπαράγει
λέγοντας: «Εγώ τους ξέρω, έτσι λειτουργούν». Η γενική του πεποίθηση αποκτά μεγαλύτερο
βάρος από τα στοιχεία για τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Το συναίσθημα έχει θεμιτή θέση στην πολιτική. Η μετα-αλήθεια εμφανίζεται όταν το συναίσθημα
γίνεται λόγος να παραμερίζουμε την εξακρίβωση.
Για τη δημοκρατία, ο κίνδυνος είναι ότι χάνουμε την κοινή βάση γεγονότων πάνω στην
οποία μπορούμε να διαφωνούμε και να ελέγχουμε την εξουσία. Μπορούμε να έχουμε
διαφορετικές αξιολογήσεις για μια δημόσια δαπάνη· χρειάζεται, όμως, να μπορούμε να
εξακριβώσουμε πόσα χρήματα δαπανήθηκαν και για ποιον σκοπό.
Για τον λόγο αυτό, Ως τοπικοί δημοσιογράφοι, οφείλουμε να μεταφέρουμε στον δημόσιο διάλογο
όσα μαθαίνουμε κυρίως έξω από την οθόνη: στις γειτονιές, στα σχολεία, στο νοσοκομείο, στους
χώρους εργασία.
Το μέλλον της δημοκρατίας μας συνδέεται με την ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στους δύο
δημόσιους χώρους.
Η ψηφιακή επικοινωνία μπορεί να ανοίξει δρόμους συμμετοχής. Ο φυσικός δημόσιος χώρος
μπορεί να δώσει σε αυτή τη συμμετοχή διάρκεια, ανθρώπινη επαφή και συλλογική οργάνωση. Η
δημοσιογραφία μπορεί να τους συνδέσει με ελεγμένη γνώση και ουσιαστικό έλεγχο της
εξουσίας.
Η ευθύνη μας είναι να βοηθούμε τον άνθρωπο που διαβάζει μια είδηση να καταλαβαίνει
καλύτερα τον κόσμο του και να μπορεί να παρέμβει σε αυτόν.
Να δημιουργούμε προϋποθέσεις ώστε η διαφωνία να οδηγεί σε ερωτήματα, τα ερωτήματα σε
απαντήσεις και οι απαντήσεις σε λογοδοσία.
Η δημοκρατία δυναμώνει όταν κάθε άνθρωπος έχει φωνή, αξιόπιστη ενημέρωση και
πραγματική δυνατότητα να επηρεάζει την κοινή μας ζωή.
