Η ερώτηση μπορεί να έρθει την πιο ανύποπτη στιγμή. Στο αυτοκίνητο, λίγο πριν από τον ύπνο ή την ώρα που η μαμά κρατάει αγκαλιά το μικρότερο παιδί.
«Μαμά, ποιον αγαπάς περισσότερο; Εμένα ή τον αδελφό μου;»
Οι περισσότεροι γονείς θα σπεύσουν να απαντήσουν ότι αγαπούν όλα τα παιδιά τους το ίδιο. Και φυσικά, αυτή είναι μια απάντηση που έχει σημασία. Μόνο που πίσω από την ερώτηση μπορεί να κρύβεται κάτι περισσότερο από μια απλή περιέργεια.
Μπορεί το παιδί να προσπαθεί να καταλάβει αν εξακολουθεί να έχει την ίδια θέση στην καρδιά των γονιών του. Αν η αγάπη που μέχρι πρότινος αισθανόταν ότι του ανήκε ολόκληρη χρειάζεται τώρα να μοιραστεί. Αν το γεγονός ότι η μαμά ασχολείται περισσότερο με το μωρό σημαίνει ότι εκείνο έγινε λιγότερο σημαντικό.
Η ζήλια ανάμεσα στα αδέλφια είναι μια πολύ συνηθισμένη εμπειρία μέσα στην οικογένεια. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί γονείς δυσκολεύονται να τη διαχειριστούν, ιδιαίτερα όταν εκφράζεται με θυμό, γκρίνια, επιθετικότητα ή με μια συμπεριφορά που μοιάζει να πηγαίνει το παιδί πίσω σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια.
Ένα παιδί που είχε αρχίσει να γίνεται πιο ανεξάρτητο μπορεί ξαφνικά να ζητά να το ταΐζουν, να θέλει συνεχώς αγκαλιά ή να διαμαρτύρεται κάθε φορά που οι γονείς ασχολούνται με το αδελφάκι του.
Και κάπου εκεί μπορεί να ακούσει:
«Μα καλά, ζηλεύεις το μωρό; Εσύ είσαι μεγάλος τώρα!»
Ας προσπαθήσουμε όμως να δούμε για λίγο την κατάσταση από τη δική του πλευρά.
Φανταστείτε ότι ένας άνθρωπος που αγαπάτε πολύ, και που μέχρι σήμερα είχε μια ιδιαίτερη σχέση μαζί σας, σας ανακοινώνει ότι από εδώ και πέρα θα υπάρχει στη ζωή του και κάποιος άλλος που θα χρειάζεται μεγάλο μέρος από τον χρόνο και την προσοχή του. Μάλιστα, επειδή ο καινούργιος άνθρωπος είναι πιο ευάλωτος, θα προηγείται συχνά στις καθημερινές ανάγκες.
Είναι πιθανό να καταλαβαίνατε λογικά την κατάσταση και παρ’ όλα αυτά να αισθανόσασταν κάποια ανασφάλεια.
Για ένα μικρό παιδί, που ακόμη μαθαίνει να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, αυτή η αλλαγή μπορεί να είναι ακόμη δυσκολότερη.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί ζηλεύει το αδελφάκι του με τον ίδιο τρόπο ή στον ίδιο βαθμό. Υπάρχουν παιδιά που προσαρμόζονται σχετικά εύκολα, άλλα που εκφράζουν ανοιχτά τη δυσφορία τους και άλλα που δείχνουν προς τα έξω πολύ συνεργάσιμα, ενώ μέσα τους μπορεί να αισθάνονται παραμερισμένα.
Η ζήλια επίσης δεν εμφανίζεται μόνο με τη γέννηση ενός δεύτερου παιδιού. Μπορεί να εκδηλωθεί αρκετά αργότερα, όταν τα αδέλφια αρχίζουν να συγκρίνουν τις επιδόσεις, τις ελευθερίες, τις παρέες ή την προσοχή που δέχεται το καθένα.
Εδώ υπάρχει κάτι που αξίζει να προσέξουμε.
Πολλές φορές, στην προσπάθειά μας να καθησυχάσουμε τα παιδιά, καταλήγουμε να τους λέμε πώς θα έπρεπε να αισθάνονται.
«Δεν υπάρχει λόγος να ζηλεύεις.»
«Αφού ξέρεις ότι σας αγαπάμε το ίδιο.»
«Πρέπει να αγαπάς τον αδελφό σου.»
Μόνο που τα συναισθήματα δεν υπακούουν τόσο εύκολα στις οδηγίες μας. Ένα παιδί μπορεί να αγαπά το αδελφάκι του και ταυτόχρονα να ζηλεύει την προσοχή που εκείνο δέχεται. Μπορεί να θέλει να παίξουν μαζί και λίγο αργότερα να θυμώνει επειδή το μικρότερο παιδί πήρε ένα παιχνίδι του.
Αυτές οι αντιφατικές εμπειρίες είναι μέρος της ανθρώπινης συναισθηματικής ζωής και δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να εξαφανίσουμε τη ζήλια, μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να την καταλάβει.
«Μου φαίνεται ότι σε στενοχώρησε που ασχολήθηκα τόση ώρα με το μωρό. Μπορώ να καταλάβω ότι θα ήθελες να είμαστε λίγο περισσότερο μαζί.»
Μια τέτοια αναγνώριση μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αισθανθεί ότι το καταλαβαίνουμε. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε με κάθε συμπεριφορά του για να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα που βρίσκεται πίσω της.
Αν, για παράδειγμα, χτυπήσει το αδελφάκι του, το όριο χρειάζεται να είναι ξεκάθαρο. Μπορούμε να σταματήσουμε τη συμπεριφορά, να προστατεύσουμε το άλλο παιδί και ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε τον θυμό του.
«Καταλαβαίνω ότι θύμωσες πολύ. Δεν θα σε αφήσω όμως να τον χτυπήσεις.»
Αυτή η διάκριση βοηθά τα παιδιά να μάθουν ότι όλα τα συναισθήματα μπορούν να έχουν θέση μέσα σε μια σχέση, αλλά δεν είναι όλοι οι τρόποι έκφρασής τους αποδεκτοί.
Εξίσου σημαντικό είναι να προσέχουμε τις συγκρίσεις που κάνουμε, συχνά χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε.
«Κοίτα πόσο ήσυχα κάθεται η αδελφή σου.»
«Ο αδελφός σου στην ηλικία σου τα κατάφερνε καλύτερα.»
«Εσύ είσαι ο μεγάλος, πρέπει να δίνεις το καλό παράδειγμα.»
Τέτοιες φράσεις μπορεί να καλλιεργήσουν την αίσθηση ότι τα παιδιά ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την αποδοχή των γονιών τους. Ιδιαίτερα το μεγαλύτερο παιδί μπορεί να αισθανθεί ότι, επειδή μεγάλωσε, έχασε το δικαίωμα να χρειάζεται φροντίδα, επιείκεια ή λίγη περισσότερη προσοχή.
Η δικαιοσύνη μέσα στην οικογένεια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προσφέρουμε σε όλα τα παιδιά ακριβώς τα ίδια πράγματα. Ένα μωρό έχει διαφορετικές ανάγκες από ένα παιδί οκτώ ετών και ένας έφηβος χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση από ένα παιδί του δημοτικού.
Εκείνο που έχει σημασία είναι να μπορεί κάθε παιδί να αισθάνεται ότι το βλέπουμε ως ξεχωριστό άνθρωπο, με τις δικές του ανάγκες, δυσκολίες και επιθυμίες.
Μερικές φορές βοηθούν πολύ και οι μικρές στιγμές αποκλειστικής επαφής. Λίγος χρόνος με τον έναν γονιό, μια βόλτα οι δυο τους, μια συζήτηση χωρίς την παρουσία των άλλων παιδιών. Αυτές οι στιγμές μπορούν να υπενθυμίζουν στο παιδί ότι η ιδιαίτερη σχέση του με τον γονιό εξακολουθεί να υπάρχει.
Και κάτι ακόμη: δεν χρειάζεται να πιέζουμε τα αδέλφια να είναι διαρκώς αγαπημένα και ενωμένα. Όπως συμβαίνει σε κάθε στενή ανθρώπινη σχέση, έτσι και ανάμεσα στα αδέλφια θα υπάρξουν διαφωνίες, ανταγωνισμός, θυμός και στιγμές που το ένα δεν θα θέλει την παρέα του άλλου.
Η σχέση τους θα διαμορφωθεί μέσα στον χρόνο, μέσα από τις κοινές εμπειρίες αλλά και μέσα από τις διαφορές τους.
Αν η ζήλια γίνεται πολύ έντονη, συνοδεύεται από επαναλαμβανόμενη επιθετικότητα ή επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα ενός παιδιού, αξίζει να αναζητήσουμε περισσότερη υποστήριξη για να καταλάβουμε τι συμβαίνει.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, η ζήλια μάς προσφέρει μια ευκαιρία να ακούσουμε κάτι που το παιδί δεν ξέρει ακόμη πώς να εκφράσει διαφορετικά.
Πίσω από το «τον αγαπάς περισσότερο» μπορεί να βρίσκεται η ανάγκη να αισθανθεί ξανά σημαντικό, ορατό και ασφαλές μέσα στην οικογένειά του.
Και η απάντηση σε αυτή την ανάγκη δεν βρίσκεται μόνο στα λόγια με τα οποία θα το καθησυχάσουμε. Βρίσκεται κυρίως στις καθημερινές εμπειρίες μέσα από τις οποίες θα συνεχίσει να ανακαλύπτει ότι έχει τη δική του, αναντικατάστατη θέση στη ζωή μας.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας
