Την έντονη διαμαρτυρία τους για τη συστηματική εμπλοκή αλιευτικών σκαφών σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης μεταναστών εκφράζουν αλιείς της Καλύμνου, με έγγραφο που απέστειλαν προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.
Όπως καταγγέλλουν, το τελευταίο διάστημα και ενώ καταγράφεται σημαντική αύξηση των μεταναστευτικών ροών από τη Βόρεια Αφρική, μέλη τους λαμβάνουν επανειλημμένα εντολές από το Εθνικό Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΕΚΣΕΔ) να διακόψουν την αλιευτική τους δραστηριότητα και να συνδράμουν σε επιχειρήσεις Έρευνας και Διάσωσης (SAR).
Σύμφωνα με όσα αναφέρουν, τα πληρώματα καλούνται σε ορισμένα περιστατικά να περισυλλέξουν και να επιβιβάσουν στα καταστρώματα των αλιευτικών δεκάδες ανθρώπους —ακόμη και περισσότερα από 50 έως 70 άτομα— με αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζουν, τα επαγγελματικά αλιευτικά να μετατρέπονται στην πράξη σε σκάφη διάσωσης και μεταφοράς.
«Τίθενται σε κίνδυνο αλιείς και διασωθέντες»
Οι αλιείς επικαλούνται το άρθρο 98 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), καθώς και το Κεφάλαιο V, Κανόνας 33 της Διεθνούς Σύμβασης SOLAS, επισημαίνοντας ότι η υποχρέωση παροχής βοήθειας σε ανθρώπους που κινδυνεύουν στη θάλασσα προϋποθέτει πως δεν τίθενται σε σοβαρό κίνδυνο το ίδιο το πλοίο, το πλήρωμά του και οι επιβαίνοντες.
Υπογραμμίζουν ότι τα αλιευτικά σκάφη δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα σωστικά μέσα για την ασφαλή μεταφορά τόσο μεγάλου αριθμού ανθρώπων ούτε είναι σχεδιασμένα για τη συγκέντρωση δεκάδων επιβαινόντων στο ανοικτό κατάστρωμα.
Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά, η επιβίβαση 50 ή 70 ανθρώπων σε ένα αλιευτικό μπορεί να θέσει σε άμεσο κίνδυνο τόσο το πλήρωμα όσο και τους ίδιους τους διασωθέντες.
Καταγγέλλουν μετακύλιση της κρατικής ευθύνης
Στο έγγραφό τους οι αλιείς κάνουν λόγο για «ανεπίτρεπτη μετακύλιση κρατικής και ενωσιακής ευθύνης», επισημαίνοντας ότι τόσο το Λιμενικό Σώμα όσο και η Frontex διαθέτουν εξειδικευμένα και κατάλληλα επανδρωμένα επιχειρησιακά σκάφη ανοικτής θαλάσσης.
Θεωρούν ότι η κατ’ εξακολούθηση χρήση των αλιευτικών ως μέσων διάσωσης και μεταφοράς συνιστά, σύμφωνα με τη δική τους νομική θέση, «de facto παράνομη επίταξη υπηρεσιών και μέσων χωρίς νομοθετικό έρεισμα».
Βαρύ οικονομικό κόστος χωρίς αποζημίωση
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους επαγγελματίες του κλάδου. Κάθε συμμετοχή σε επιχείρηση έρευνας και διάσωσης συνεπάγεται, όπως τονίζουν:
- απώλεια του αλιευτικού ταξιδιού,
- καταστροφή ήδη συλλεχθέντων αλιευμάτων,
- επιπλέον κατανάλωση καυσίμων,
- φθορές στον αλιευτικό εξοπλισμό,
- απώλεια ημερομισθίων για τα πληρώματα.
Οι αλιείς επισημαίνουν ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει, κατά τα αναφερόμενά τους, πρόβλεψη από την Πολιτεία για την αποζημίωση ή την κάλυψη αυτών των εξόδων.
Ζητούν ενίσχυση Λιμενικού και Frontex και ειδικό μηχανισμό αποζημίωσης
Με το έγγραφό τους δηλώνουν ότι διαμαρτύρονται έντονα για τη «de facto μετατροπή» των αλιευτικών τους σε μόνιμο στόλο διάσωσης. Διευκρινίζουν ότι θα παρέχουν συνδρομή επιτήρησης σε περιστατικά κινδύνου, αλλά επιφυλάσσονται να αρνούνται την επιβίβαση ανθρώπων όταν αυτή υπερβαίνει τα όρια ασφαλείας του σκάφους και θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.
Παράλληλα, καλούν τα αρμόδια υπουργεία:
- να διαθέσουν επαρκή επιχειρησιακά σκάφη του Λιμενικού Σώματος και της Frontex στη θαλάσσια περιοχή νοτίως της Κρήτης,
- να θεσπίσουν άμεσα ειδικό μηχανισμό αποζημίωσης για τα καύσιμα, τις ζημιές και τα διαφυγόντα κέρδη των αλιέων που εμπλέκονται, κατόπιν εντολής του ΕΚΣΕΔ, σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.
Η επιστολή αναδεικνύει ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα, στο οποίο συναντώνται η διάσωση ανθρώπινων ζωών, η ασφάλεια στη θάλασσα και η προστασία της επαγγελματικής επιβίωσης των αλιέων. Οι ψαράδες της Καλύμνου ζητούν από την Πολιτεία να αναλάβει τις επιχειρησιακές και οικονομικές ευθύνες που της αναλογούν, χωρίς να μεταφέρει δυσανάλογο βάρος σε επαγγελματικά σκάφη που δεν έχουν κατασκευαστεί ούτε εξοπλιστεί για μαζικές επιχειρήσεις διάσωσης.
