«Καλό ταξίδι στον κόσμο των αοράτων»: Ο συγκλονιστικός επικήδειος της Ειρήνης Γαλανού-Μπουφίδη για την Κατερίνα Γιαννάτου
Με λόγια βαθιάς αγάπης, συγκίνησης και ευγνωμοσύνης αποχαιρέτησε η Ειρήνη Γαλανού-Μπουφίδη την Κατερίνα Γιαννάτου, αποτυπώνοντας μέσα στον επικήδειό της μια ολόκληρη ζωή δημιουργίας, αγωνιστικότητας και προσφοράς.
Μέσα από εικόνες αντλημένες από την ποίηση και τη ζωγραφική της εκλιπούσας, αναφέρθηκε στην ακούραστη νεότητά της, στην καλλιτεχνική και κοινωνική διαδρομή της, στη σχέση της με την Κάλυμνο, στον σύζυγό της Σπύρο Γιαννάτο και στις δύο κόρες της, Σοφία και Σαβίνα.
Η Ειρήνη Γαλανού-Μπουφίδη ανακάλεσε, επίσης, την πρώτη συνάντησή τους στους δρόμους του Λονδίνου, τον Αύγουστο του 1968, όταν η ίδια ήταν μόλις 18 ετών. Μια γνωριμία που εξελίχθηκε σε σχέση ζωής και άφησε πίσω της σχεδόν έξι δεκαετίες κοινών αναμνήσεων.
«Σήμερα δεν κλαίω για σένα, κλαίω για μένα», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας την απώλεια της Κατερίνας Γιαννάτου ως «τέλος εποχής» για όλους όσοι τη γνώρισαν και αγάπησαν, αλλά και για την καλοκαιρινή Κάλυμνο, που πλέον θα είναι διαφορετική χωρίς την παρουσία της.
Ο επικήδειος έκλεισε με ένα τελευταίο συμβολικό δώρο: μια ανθοδέσμη από την Κάλυμνο σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, ένα μασουριώτικο βότσαλο και λίγο θαλασσινό νερό από τον καθάριο βυθό του νησιού.
Ακολουθεί ο επικήδειος της Ειρήνης Γαλανού-Μπουφίδη:
«Αγαπημένη μου…»
Αγαπημένη μου,
Μέσα από την ανθρώπινη φύση σου αυτή τη μάχη δεν μπόρεσες να την κερδίσεις. Κι ο χρόνος ο αδυσώπητος, που συνεργάστηκε και στάθηκε πληθωρικός μαζί σου, ξαφνιασμένος μπροστά στο φαινόμενο της ακάματης νιότης σου, σε πρόδωσε κι έκοψε το νήμα. Ξέφτισε διακριτικά τον μίτο, αυτόν που τύλιγες και ξετύλιγες αγωνιστικά στον λαβύρινθο της ζωής σου έναν ολόκληρο αιώνα.
Να ’τανε άραγε τη στιγμή που τα πουλιά σώπασαν «στην πίσω βεράντα» της δικής σου ποίησης; Που οι ακουαρέλες στους τοίχους σκυθρώπιασαν; Τότε ακριβώς που ξάφνου κάτι χλώμιασε στις γειτονιές της Ριζούπολης;
Ήταν μήπως η ώρα που το αττικό φως τρεμόπαιξε, διαπερνώντας τις γρίλιες στα παράθυρα της Εστίας μας, που έχει το όνομα της προσφοράς σου; Ή μήπως ακριβώς εκεί, που η θάλασσα στο νησί μας ρίγησε; Εκεί που αδρές οι σκιές της Τελέντου απέναντι πλάθουν σχήματα αλλόκοτα, αυτά που με δέος αποτύπωνε το πινέλο της τέχνης σου;
Η ζωή είναι μελέτη θανάτου. «Θεομηνία», «Τυφώνας», «Κλυδωνισμός ψυχής», «Υποταγή στη μοίρα», «Ερινύα», όπως λέει η γραφίδα της ποίησής σου. Κι εσύ μέσα από τη ζωή μελέτησες τον θάνατο… Μόνο που κάθε φορά στη συνάντηση αυτή έκλεινες πονηρά το μάτι στη ζωή. «Εσένα θέλω», της έλεγες.
«Μια φωνή», η πατρική φωνή ήτανε! Με ένστικτο αλάθητο το ’ξερες! Ο παπα-Ηλίας! Του ’λειψες… Συμπαραστάτης άγρυπνος στις σπουδές και στις αναζητήσεις σου, στα καλλιτεχνικά σου επιτεύγματα. Ο παπα-Ηλίας, πιο γαλήνιος από ποτέ, τρεις μέρες μετά τη γιορτή του, χτύπησε το σήμαντρο. Την καμπάνα της ζωής σου. «Φοβού τον Κύριο και τον Βασιλέα…»
Κι εσύ, γυναίκα παντοτινή, κόρη φιλοσοφημένη, φλέβα δημιουργική και πνεύμα ανήσυχο, ζύγισες τα πράγματα… Με επίγνωση ότι αφήνεις πίσω δύο άξια παρακλάδια, κλωνάρια σφιχτοδεμένα, που τα ’δωσαν όλα στα δύσκολα μαζί με την ακούραστη Μαρίνα. Με τόλμη, ρεαλισμό και την «ηρεμία της παρμένης απόφασης» έγινες άνεμος. Ίστρος ελευθερίας. Με «εύγλωττη σιωπή» ανταποκρίθηκες στο κάλεσμα.
Τα σύννεφα χαμήλωσαν με δέος — αχ, αυτά τα σύννεφα τα αγαπημένα σου. Τα άγγιξες με συγκίνηση. Τα προσπέρασες. «Διαύγεια». Με θέα το αθέατο, βούτηξες στο «τραγούδι της σιωπής», στον χρόνο τον άχρονο — γελάς… Αυτός κι αν σε αντιπροσωπεύει. Πάντα εκτός χρόνου στη ζωή, ακόμα και στον θάνατο. Έφυγες με το πάσο σου, παρά τη λαχτάρα να συντροφέψεις τους μεγάλους απόντες της ζωής σου.
Κι εμείς, φτωχοί κι αμήχανοι, φιγούρες πέτρινες πάνω στα βότσαλά σου, μένουμε πίσω να αφουγκραζόμαστε το πέρασμά σου, τον απόηχο από τα βραχιόλια των αρετών σου. Σταγόνες ματωμένες στα ακροδάκτυλά σου.
Βαθιά πονεμένοι μένουμε εδώ, γήινοι, να θρηνούμε το τέλος του συναρπαστικού παραμυθιού που ζήσαμε κοντά σου. Μένουμε εδώ να αλφαβητίζουμε το όραμα, τη γενναιοδωρία, το πάθος, την αγωνιστικότητα, την Ανθρωπιά σου, με άλφα κεφαλαίο.
Πού έβρισκες, αλήθεια, εκείνο το χιούμορ το έξυπνο, το αστείρευτο, το αυτοσαρκαστικό; Αναζητούσες και ξεχώριζες την πιο χαρακτηριστική, θαυματουργή, θα ’λεγα, λέξη για τον καθένα μας, να τον γαληνέψεις, να τον ενθαρρύνεις. Γιατί αυτό ήταν το χούι σου — θέλω να πω, αυτό ήταν το άρωμα της ψυχής σου.
Όπου και να ’σαι, ρίχνε μας τη ματιά σου, εκείνο το πικάντικο, μα αφοπλιστικά φιλοσοφημένο βλέμμα σου της επιείκειας. Αυτή κι αν ήταν η λέξη σου, η προτροπή σου!
Κατερίνα, μ’ ακούς;
Σου μιλάει εκείνη η δεκαοχτάχρονη φοιτητριούλα, που είχε την τύχη να σε συναντήσει τυχαία μιαν αυγουστιάτικη μέρα του 1968 — πάνε σχεδόν 60 χρόνια από τότε — στους άξενους γι’ αυτήν δρόμους του Λονδίνου.
Εσύ, γυναίκα φωτεινή, μεστή, πρωτοπόρα, σύζυγος οραματίστρια του Σπύρου Γιαννάτου, μέσα στην επτάχρονη δίνη. Έφεξε ο ήλιος μου μόλις σε είδα, στη νοτισμένη μοναξιά μου. Και από τότε στέριωσε αδιάψευστα στην έφηβη καρδιά μου το πρότυπο μιας αγωνίστριας, έντιμης και μαχητικής. Συναντηθήκαμε και ξανασυναντηθήκαμε και γράψαμε έτσι τη δική μας μικροϊστορία.
Είδα κι έμαθα.
Από τα θρανία του Νικηφορείου της Καλύμνου, στα εργαστήρια της Οδοντιατρικής Αθηνών. Από την καλλιτεχνική μαθητεία του πινέλου, στη συζυγική συμβίωση με τον εμβληματικό Σπύρο Γιαννάτο. Από τη μητρική στοργή που στερήθηκες, μοιρασμένη τώρα στα δυο σου κορίτσια, τη Σοφία και τη Σαβίνα, καθώς και στον συγγενικό σου περίγυρο το ίδιο στοργικά, και πάντα με τον ιδρώτα του μόχθου σου. Από την ιδεολογική σου τοποθέτηση, στην αγωνιστική δραστηριοποίηση και στην κοινωνική προσφορά.
Δεν μιλώ με σχήματα λόγου, αλλά μέσα από τη γλώσσα της δικής σου ποίησης, με τους δικούς σου κωδικούς στη μαθητεία μου, την πολύτιμη, της καθημερινής επικοινωνίας μας.
Σήμερα δεν κλαίω για σένα, κλαίω για μένα, ναι, μαζί με τις εγγονές μου — ο Σταύρος και η Ειρήνη είναι εδώ — για τα καπελώματα, τα τραγούδια, τα ευτράπελα. Αδύνατο κι αυτές να συλλάβουν πως σβήνει η ψυχή της βεράντας του Αρμεού. Τέλος εποχής! Και γι’ αυτές, για όλους μας, τώρα η καλοκαιριάτικη Κάλυμνος είναι αλλιώς…
«Μέρα μέρωσε». Ξεκουράσου, Κατερίνα μας, στην τελευταία σου κουκέτα, στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισες ποτέ στα λατρεμένα σου ταξίδια για το νησί μας. Ελεύθερη. Γλαύκο το φως στον ουρανό του Αιγαίου.
Και πώς να σου πω αντίο; Δεν σου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί, δεν ήταν του χαρακτήρα σου. Καλό ταξίδι, λέω. Στον κόσμο των αοράτων.
Ακουμπάω εδώ: Μια ανθοδέσμη φρέσκια από το νησί μας, σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, τις φυσικές και αφηρημένες σου. Ναι, του πράσινου από το χαρισματικό πινέλο της ψυχής σου! Ένα μασουριώτικο βότσαλο, που μάζεψε και φιλοτέχνησε το Σοφάκι μας για αποχαιρετισμό. Και λίγο φιλτραρισμένο από τα μάτια μας θαλασσινό νερό.
Είναι μαζεμένο από της θάλασσάς μας τον καθάριο βυθό.
Οι λέξεις σε εισαγωγικά είναι παρμένες κυρίως από τους τίτλους των ποιημάτων της.

