Της Ελευθερίας Τηλιακού, Χωρίς Φίλτρο
Καθώς πλησιάζουμε το τέλος του 2025, αντί για ανασκόπηση της χρονιάς που πέρασε, επιλέγω να εστιάσω στο ζήτημα που έχει τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στο νησί μας κατά την άποψη μου. Και αυτό είναι η σύγχρονη διαχείριση των απορριμμάτων και οι συνέπειες οι ευεργετικές που αυτό θα έχει στην υγεία των συμπολιτών μας, στο περιβάλλον, στην οικονομική ανάπτυξη του τόπου μας και στην εικόνα του νησιού μας διεθνώς.
Ας το πούμε καθαρά, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς ωραιοποιήσεις: η δεματοποίηση δεν είναι λύση διαχείρισης απορριμμάτων. Είναι αποθήκευση αδιεξόδου. Είναι η τεχνική εκδοχή του «βλέποντας και κάνοντας». Και όσο παρουσιάζεται ως σοβαρή επιλογή, τόσο διαιωνίζεται ένα πρόβλημα που θα έπρεπε εδώ και χρόνια να έχει λυθεί.
Γι’ αυτό και σήμερα δεν χρηματοδοτείται ως αυτόνομη ή μόνιμη λύση. Στα σύγχρονα εργαλεία χρηματοδότησης – ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης – η δεματοποίηση μπορεί να εγκριθεί μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις: ως προσωρινό, μεταβατικό μέτρο, ενταγμένο σε σαφές σχέδιο που οδηγεί σε μονάδες επεξεργασίας, ανακύκλωση και ασφαλή τελική διάθεση. Αν εμφανίζεται μόνη της, χωρίς τελικό προορισμό για τα δέματα, θεωρείται κακή πρακτική και αντιμετωπίζεται με καχυποψία. Δέματα που υποτίθεται ότι θα ήταν προσωρινά, έγιναν μόνιμο τοπίο. Ούτε ανακύκλωση, ούτε επεξεργασία, ούτε ουσιαστική μείωση όγκου. Μόνο μετάθεση ευθυνών στο μέλλον. Το είδαμε να συμβαίνει στα νησιά γύρω μας που το δοκίμασαν.
Κι όμως, την ώρα που υπάρχει μπροστά μας μια συγκεκριμένη, θεσμική και χρηματοδοτημένη πρόταση του ΦοΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου για ολοκληρωμένη διαχείριση απορριμμάτων Καλύμνου – Κω, κάποιοι επιλέγουν να επενδύουν ξανά στο «να μη γίνει τίποτα».
Η πρόταση του ΦοΔΣΑ δεν είναι ούτε αυθαίρετη ούτε πειραματική. Προβλέπει σύγχρονες μονάδες επεξεργασίας, προεπεξεργασία, ανάκτηση υλικών, περιορισμό της ταφής και συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο μέσω ΣΔΙΤ. Δηλαδή ακριβώς αυτό που προβλέπει ο εθνικός και ευρωπαϊκός σχεδιασμός. Και, ας μην κοροϊδευόμαστε, όποιος κι αν ήταν σήμερα δήμαρχος στην Κάλυμνο, την ίδια κατεύθυνση θα ακολουθούσε για την μεταβατική λύση. Δεν υπάρχει δεύτερη ρεαλιστική λύση.
Κι εδώ αρχίζει η πολιτική υποκρισία.
Η προσφυγή του Δήμου Κω στο Συμβούλιο της Επικρατείας για να εμποδιστεί η μεταφορά απορριμμάτων από την Κάλυμνο παρουσιάζεται από ορισμένους ως “θεσμική άμυνα”. Στην πράξη όμως λειτουργεί ως φρένο σε μια συνολική λύση. Και το πιο ανησυχητικό: στην ίδια την Κάλυμνο υπάρχουν δυνάμεις που σχεδόν εύχονται να δικαιωθεί η Κως — όχι επειδή έχουν καλύτερη πρόταση, αλλά επειδή δεν θέλουν να πιστωθεί πολιτικά η λύση στη σημερινή δημοτική αρχή.
Ας ειπωθεί χωρίς περιστροφές: αν στη θέση του Ιωάννη Μαστροκούκου βρισκόταν οποιοσδήποτε άλλος δήμαρχος, από οποιονδήποτε πολιτικό χώρο, ακριβώς την ίδια λύση του ΦοΔΣΑ θα ακολουθούσε. Όχι από ιδεολογία, αλλά γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική που να στέκει τεχνικά και χρηματοδοτικά.
Κι όμως, σήμερα βλέπουμε μια παράδοξη στάση: να εμφανίζονται κάποιοι ως «υπερασπιστές της Καλύμνου», στηρίζοντας εμμέσως μια προσφυγή που μπλοκάρει τη λύση του προβλήματος της Καλύμνου. Να τάσσονται υπέρ της Κω, όχι από περιβαλλοντική ευαισθησία, αλλά από μικροπολιτικό υπολογισμό. Να προτιμούν τη διαιώνιση της δεματοποίησης από το ενδεχόμενο να “γράψει πολιτικούς πόντους” ο αντίπαλος.
Αυτό δεν είναι περιβαλλοντική στάση. Είναι πολιτικός τακτικισμός.
Η δεματοποίηση έχει αποτύχει παντού όπου παρουσιάστηκε ως στρατηγική. Δεν είναι λύση· είναι καθυστέρηση με περιτύλιγμα. Και όποιος σήμερα την υπερασπίζεται, δεν υπερασπίζεται το περιβάλλον ούτε την Κάλυμνο — υπερασπίζεται ένα βολικό αδιέξοδο.
Γιατί η αλήθεια είναι σκληρή αλλά απλή: όποιος παλεύει να μη λυθεί το πρόβλημα, όποιος προπαγανδίζει υπέρ της θέσης του Δήμου Κω, δεν το κάνει για το καλό του τόπου. Το κάνει για να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα της μικρής παρέας του, εις βάρους του συνόλου.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν βγάζει πολιτικά γούστα
Κάποιοι φαίνεται να έχουν αναγάγει το Συμβούλιο της Επικρατείας σε τελευταίο πολιτικό τους καταφύγιο. Σαν να περιμένουν ότι μια δικαστική απόφαση θα λύσει αυτό που δεν θέλουν να λύσουν οι ίδιοι: το πρόβλημα των απορριμμάτων.
Ας ειπωθεί καθαρά, γιατί εδώ υπάρχει μεγάλη –και βολική– σύγχυση. Το ΣτΕ δεν αποφασίζει με βάση συμπάθειες, αντιπάθειες ή το ποιος θα «δικαιωθεί» πολιτικά. Δεν ενδιαφέρεται ποιος δήμαρχος θα πάρει δάφνες και ποιος θα χάσει πόντους. Δεν είναι δημοσκόπηση, ούτε πεδίο μικροπολιτικής εκδίκησης.
Το μόνο που εξετάζει είναι αν μια απόφαση είναι νόμιμη.
Ελέγχει αν τηρείται το Σύνταγμα, αν εφαρμόζεται η ευρωπαϊκή νομοθεσία, αν υπάρχει περιβαλλοντική αδειοδότηση, αν ακολουθείται ο εθνικός και περιφερειακός σχεδιασμός, αν τεκμηριώνεται η επιλογή και αν προστατεύεται το περιβάλλον. Τίποτε περισσότερο. Τίποτε λιγότερο.
Όλα τα υπόλοιπα — οι κραυγές, οι ανακοινώσεις, οι ψευτοπατριωτισμοί και τα μικροκομματικά παιχνίδια — απλώς δεν ενδιαφέρουν το ΣτΕ.
Η μεγάλη παρεξήγηση: τα σκουπίδια δεν είναι μόνο κόστος — είναι και χρήμα
Ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα που κυκλοφορούν γύρω από τη διαχείριση απορριμμάτων είναι ότι πρόκειται απλώς για μια «μαύρη τρύπα» εξόδων. Ότι πληρώνεις, θάβεις και τελειώνει εκεί η ιστορία. Αυτό ίσχυε στη δεκαετία του ’90. Όχι σήμερα.
Στη σύγχρονη Ευρώπη, η διαχείριση απορριμμάτων είναι κανονικός οικονομικός κλάδος. Και μάλιστα ιδιαίτερα επικερδής, όταν γίνεται σωστά. Όχι με δεματοποίηση, αλλά με οργανωμένες μονάδες επεξεργασίας, ανάκτησης και αξιοποίησης υλικών.
Οι σύγχρονες μονάδες δεν «καίνε λεφτά». Παράγουν ρεύμα, καύσιμα, δευτερογενή υλικά και σταθερά έσοδα. Μέσα από την ανάκτηση χαρτιού, μετάλλων, πλαστικών και βιοαποβλήτων, δημιουργείται οικονομική αξία που επιστρέφει στο σύστημα. Σε πολλές χώρες της ΕΕ, τα απορρίμματα αντιμετωπίζονται ως πρώτη ύλη — όχι ως βάρος.
Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι διεκδικούν τέτοια έργα μέσω ΣΔΙΤ. Δεν το κάνουν από φιλανθρωπία. Το κάνουν επειδή τα σύγχρονα έργα διαχείρισης αποβλήτων έχουν προβλέψιμα έσοδα δεκαετιών, σταθερές συμβάσεις και σαφές επιχειρηματικό αντικείμενο. Είναι από τους λίγους τομείς όπου περιβάλλον και οικονομία δεν συγκρούονται, αλλά συναντιούνται.
Κι εδώ βρίσκεται μια ακόμα αντίφαση που σπάνια λέγεται φωναχτά: ενώ η κοινωνία νομίζει ότι «θα πληρώνουμε για πάντα για τα σκουπίδια», στην πραγματικότητα χάνει την ευκαιρία να συμμετέχει σε έναν κύκλο αξίας. Όσο καθυστερεί η μετάβαση σε σύγχρονη διαχείριση, τόσο χάνεται χρήμα, επενδύσεις, θέσεις εργασίας και τεχνογνωσία.
Η δεματοποίηση, αντίθετα, δεν παράγει τίποτα. Δεν ανακτά, δεν αξιοποιεί, δεν επιστρέφει αξία. Είναι απλώς έξοδο. Κόστος χωρίς αντίκρισμα. Ένα οικονομικό και περιβαλλοντικό αδιέξοδο με περιτύλιγμα.
Κι όμως, κάποιοι επιμένουν να υπερασπίζονται αυτό το μοντέλο, λες και πρόκειται για «καθαρή λύση». Στην πραγματικότητα υπερασπίζονται την ακινησία. Γιατί αν προχωρήσει μια σύγχρονη μονάδα επεξεργασίας, με έσοδα, διαφάνεια και μετρήσιμα αποτελέσματα, τότε καταρρέει το αφήγημα ότι «δεν γίνεται αλλιώς».
Και εδώ επιστρέφουμε στην ουσία: το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό. Γιατί όταν μια λύση μπορεί να αποδώσει περιβαλλοντικά και οικονομικά, αλλά μπλοκάρεται, τότε δεν μιλάμε για άγνοια. Μιλάμε για φόβο απώλειας ελέγχου, αφήγησης ή πολιτικού οφέλους.
Η διαχείριση απορριμμάτων δεν είναι φτωχός συγγενής της αυτοδιοίκησης. Είναι το μέλλον της. Γι’ αυτό και ενδιαφέρονται σοβαροί ιδιωτικοί όμιλοι. Και όποιος το αγνοεί —ή κάνει πως το αγνοεί— αφήνει πίσω του όχι μόνο σκουπίδια, αλλά χαμένες ευκαιρίες.
